ἑτεροποιός

ἑτερο-ποιός, όν,
A making different, lamb. Myst.1.18; creating difference, Dam.Pr.192, al.; δύναμις, opp. ταυτοποιός, Procl. in Cra.p.20 P.;

ἡ κίνησις ἐκστατική ἐστι καὶ ἑ. Simp. in Epict.p.99

D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροποιός — ἑτεροποιός, όν (Α) αυτός που κάνει κάτι διαφορετικό από το κανονικό ή το φυσιολογικό («ἡ κίνησις ἐκστατική ἐστι καὶ ἑτεροποιός»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + ποιός (< ποιώ), πρβλ. σιτο ποιός] …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροποιός — making different masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροποιόν — ἑτεροποιός making different masc/fem acc sg ἑτεροποιός making different neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροποιοῖς — ἑτεροποιός making different masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροποιοῦ — ἑτεροποιός making different masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροποιῷ — ἑτεροποιός making different masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.